Όλα όσα πρέπει να ξέρετε για τη διαβητική αυτόνομη νευροπάθεια

282

chronic-complications
Η διαβητική αυτόνομη νευροπάθεια ή διαβητική νευροπάθεια του αυτονόμου νευρικού συστήματος, παρά το γεγονός ότι είναι η πιο επίφοβη επιπλοκή του σακχαρώδους διαβήτη, διαγιγνώσκεται αργά, όταν πια έχει επαληθευτεί δομική βλάβη των νευρικών ινών του αυτόνομου νευρικού συστήματος.
Γράφουν οι Alberto Davalli και Emanuele Bosi, από τη Μονάδα Γενικής Ιατρικής και Διαβήτη, του Νοσοκομείου San Raffaele, στο Μιλάνο
 
Αυτό είναι εξαιρετικά σοβαρό, γιατί το αυτόνομο νευρικό σύστημα επηρεάζει τις λειτουργικές μεταβολές όλων των οργάνων. Η έγκαιρη διάγνωση αυτών των αλλαγών θα μας επιτρέψει να ξεκινήσουμε μια σειρά από θεραπείες για να σταματήσουμε την εξέλιξη της βλάβης του αυτόνομου νευρικού συστήματος και να αποτρέψουμε την ανάπτυξη της έκδηλης διαβητικής αυτόνομης νευροπάθειας.
 
Η λύση
Η παρακολούθηση της λειτουργικής κατάστασης του αυτόνομου νευρικού συστήματος θα πρέπει να εισαχθεί στην παρακολούθηση των ατόμων με διαβήτη από τη στιγμή της διάγνωσης της νόσου, όπως πρέπει να γίνεται για πολλά χρόνια η αξιολόγηση του βυθού του ματιού και της μικρολευκωματινουρίας.
 
Τι είναι το αυτόνομο νευρικό σύστημα;
Η λειτουργία των οργάνων του σώματος -όπως η καρδιά, τα έντερα και το στομάχι- βρίσκεται υπό τον έλεγχο ενός κλάδου του νευρικού συστήματος που ονομάζεται «αυτόνομο νευρικό σύστημα». Ορίζεται ως «αυτόνομο», επειδή δεν έχουμε επίγνωση των δραστηριοτήτων του και γιατί λειτουργεί αντανακλαστικά, ανεξάρτητα και ακούσια. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, το αυτόνομο νευρικό σύστημα είναι πάντα «on» (λειτουργικό), ακόμη και σε συνθήκες ύπνου. Η αποστολή του αυτόνομου νευρικού συστήματος είναι να ασκεί έναν σταθερό και λεπτό έλεγχο της λειτουργίας των οργάνων, σύμφωνα με τα ερεθίσματα που δέχεται από το εσωτερικό (από το σώμα) και το εξωτερικό του (από το περιβάλλον γύρω μας). Το αυτόνομο νευρικό σύστημα είναι ένας σωματικός επεξεργαστής σήματος καθώς και ένας επεξεργαστής του περιβάλλοντος, που έχει σκοπό να διατηρεί την ισορροπία και τη σταθερότητα (ομοιόσταση) του οργανισμού μέσω του συντονισμού των διάφορων δραστηριοτήτων, όπως η έκκριση των ορμονών, η ρύθμιση της ροής του αίματος και του καρδιακού ρυθμού, η αναπνοή, η πέψη και πολλές άλλες σημαντικές σωματικές λειτουργίες.
Το αυτόνομο νευρικό σύστημα αποτελείται από δύο στοιχεία (ή τμήματα) που συνυπάρχουν σε μια ισορροπία YIN – YANG: α) το συμπαθητικό σύστημα, το οποίο προετοιμάζει τα όργανα και το μυαλό για δράση και β) το παρασυμπαθητικό σύστημα, το οποίο ρυθμίζει τη λειτουργία του οργάνου υπό συνθήκες ανάπαυσης.
Ως παράδειγμα για το πώς το αυτόνομο νευρικό σύστημα ενεργεί σε αυτές τις δύο ανταγωνιστικές συνιστώσες, σκεφτόμαστε το ήσυχο περπάτημα που κάνουμε μέχρι που ξαφνικά εμφανίζεται ένας κίνδυνος. Προκειμένου να αντιμετωπίσει καλύτερα τον κίνδυνο αυτό, το αυτόνομο νευρικό σύστημα θα ενεργοποιήσει αυτό το τμήμα συμπαθητικής – παρασυμπαθητικής προδιάθεσης για φυγή ή για πάλη. Τι κάνει το συμπαθητικό; i. Η καρδιά χτυπά πιο γρήγορα και πιο γρήγορα στέλνει αίμα στους μυς. II. Γίνεται διαστολή των βρόγχων για να αναπνέουμε καλύτερα. iii. Τα επινεφρίδια εκκρίνουν αδρεναλίνη και νοραδρεναλίνη, που, μεταξύ άλλων, επιτρέπουν στο ήπαρ να παράγει γλυκόζη η οποία θα χρησιμεύσει ως πηγή ενέργειας. iv. Το κυκλοφορικό σύστημα στέλνει αίμα στους μυς.
Ας υποθέσουμε τώρα ότι έχουμε διαφύγει, τελικά, τον κίνδυνο και είμαστε ασφαλείς. Πλέον, το αυτόνομο νευρικό σύστημα θα αφήσει το παρασυμπαθητικό να επικρατήσει, επιτρέποντας στην καρδιά να επιβραδύνει έως την κανονική της συχνότητα και το αίμα να ρέει άφθονο προς όλα τα εσωτερικά όργανα. Η επικράτηση του παρασυμπαθητικού -που γίνεται σε κατάσταση «αναμονής»- θα μας επιτρέψει να χαλαρώσουμε και θα τονώσει την όρεξή μας να φάμε για να ανακτήσουμε την ενέργεια που δαπανήθηκε.
 
Η αλλόσταση
Το έργο του αυτόνομου νευρικού συστήματος είναι να διατηρηθεί η ισορροπία του σώματος με τη λειτουργία μιας συνεχούς προσαρμογής του συμπαθητικού και του παρασυμπαθητικού, σύμφωνα με τις διαφορετικές μεταβλητές και τις ανάγκες του ατόμου. Ονομάζεται και αλλόσταση, όρος ο οποίος σημαίνει την ικανότητα να διατηρείται η σταθερότητα μέσω της αλλαγής. Με αυτήν την έννοια, μπορούμε να φανταστούμε το αυτόνομο νευρικό σύστημα σαν τον αυτόματο πιλότο ενός αυτοκινήτου (το σώμα μας), που ρυθμίζει το γκάζι και το φρένο ανάλογα με τις περιστάσεις. Αν ο αυτόματος πιλότος δυσλειτουργεί, το αυτοκίνητο θα εξακολουθεί να κυκλοφορεί, αλλά με κόστος μια τεράστια σπατάλη ενέργειας και μια προοδευτική επιδείνωση. Με άλλα λόγια, καλή υγεία σημαίνει ότι τα δύο συστήματα λειτουργούν σωστά και σε συνθήκες ανάπαυσης ή δράσης είναι σε τέλεια ισορροπία. Αντιθέτως, όσο πιο διαταραγμένη θα είναι η ισορροπία τους τόσο μεγαλύτερη θα είναι η βλάβη στην οποία το σώμα θα υποβάλλεται.
 
Πώς μετράμε την ισορροπία του αυτόνομου νευρικού συστήματος;
Η λειτουργία του αυτόνομου νευρικού συστήματος μπορεί να αξιολογηθεί με ακρίβεια με την καταγραφή της μεταβλητότητας του καρδιακού ρυθμού (HRV) αλλά και από την ταχύτητα του κύματος παλμού (VOP). Η καρδιά είναι στην πραγματικότητα ένας μετρονόμος!
Σε φυσιολογικές συνθήκες, το διάστημα μεταξύ του ηλεκτροκαρδιογραφικού σήματος ενός καρδιακού παλμού και του επόμενου δεν είναι σταθερό, αλλά είναι μεταβλητό και είναι η συνισταμένη των επιδράσεων στην καρδιά από το παρασυμπαθητικό σύστημα και το συμπαθητικό την κάθε στιγμή. Η αναπνοή έχει σημαντική επίδραση στη μεταβλητότητα του καρδιακού ρυθμού, επειδή η εκπνοή αυξάνει τον παρασυμπαθητικό τόνο, με αποτέλεσμα τη μείωση του καρδιακού ρυθμού κατά τη διάρκεια αυτής της φάσης του αναπνευστικού κύκλου. Η απώλεια της φυσιολογικής μεταβλητότητας από τον έναν χτύπο στον άλλον είναι ένας δείκτης της έλλειψης ισορροπίας μεταξύ των δύο συστημάτων και, ως εκ τούτου, της δυσλειτουργίας του αυτόνομου νευρικού συστήματος.
Η ταχύτητα του κύματος παλμού είναι η συνέπεια του γεγονότος ότι, κατά τη διάρκεια της καρδιακής συστολής, μια ορισμένη ποσότητα αίματος εκτοξεύεται από την καρδιά και διαδίδεται μέσω των αρτηριών, όπως ένα κύμα. Η ταχύτητα του κύματος παλμού μετρά τις αλλαγές στην πίεση της ροής του αίματος. Η ταχύτητα του κύματος παλμού μπορεί, επίσης, να χρησιμοποιηθεί για τον προσδιορισμό του βαθμού ελαστικότητας ή δυσκαμψίας των αρτηριών, προτού αναπτυχθεί η αθηροσκλήρωση.
 
Χρόνιο στρες: Ασκεί δυσμενή επίδραση στο αυτόνομο νευρικό σύστημα
Η λειτουργία του αυτόνομου νευρικού συστήματος επηρεάζεται αρνητικά από έναν μεγάλο αριθμό στρεσογόνων παραγόντων που μπορεί να είναι σωματικοί (ακανόνιστος τρόπος ζωής, καθιστική ζωή, υπερβολική σωματική καταπόνηση, περιβαλλοντική ρύπανση, κάπνισμα, κατάχρηση αλκοόλ, χρήση ναρκωτικών, φάρμακα, μη ισορροπημένη διατροφή) και ψυχολογικοί (αισθήματα ανασφάλειας και ανεπάρκειας, αρνητικά συναισθήματα, κατάθλιψη, άγχος, ψυχική υπερφόρτωση, οικογενειακά προβλήματα). Όποια κι αν είναι η φύση του στρεσογόνου παράγοντα, το άγχος επάγει φυσιολογικές αποκρίσεις που περνούν από το αυτόνομο νευρικό σύστημα. Έτσι, αν η στρεσογόνος κατάσταση επιμένει και γίνεται χρόνια, το αυτόνομο νευρικό σύστημα παθαίνει βλάβη που οδηγεί στην ανάπτυξη μιας σειράς από σοβαρές ασθένειες, συμπεριλαμβανομένων του μεταβολικού συνδρόμου, των καρδιακών παθήσεων, ακόμη και του καρκίνου. Μια μείωση του τόνου του παρασυμπαθητικού από το συμπαθητικό δείχνει μια κατάσταση στρες, ενώ το αντίθετο είναι ένδειξη της μειωμένης ευπάθειας στο στρες.
 
Η ατμοσφαιρική ρύπανση απορρυθμίζει το αυτόνομο νευρικό σύστημα
Πολλές από τις πόλεις έχουν πλέον υψηλή ατμοσφαιρική ρύπανση, που προκαλείται από την παρουσία των λεπτών σωματιδίων. Πολυάριθμες επιδημιολογικές μελέτες έχουν δείξει στενή σχέση μεταξύ της ατμοσφαιρικής ρύπανσης και της δυσλειτουργίας του αυτόνομου νευρικού συστήματος. Μάλιστα, ακόμη και μια σύντομη έκθεση σε αιωρούμενα σωματίδια μπορεί να προκαλέσει δυσλειτουργία του αυτόνομου νευρικού συστήματος. Επιπλέον, τα άτομα με μεταβολικό σύνδρομο ή διαβήτη είναι ιδιαίτερα επιρρεπή σε βλάβες που προκαλούνται από τη ρύπανση στο αυτόνομο νευρικό σύστημα.
 
Η δυσλειτουργία του αυτόνομου νευρικού συστήματος προηγείται του μεταβολικού συνδρόμου;
Το μεταβολικό σύνδρομο αντιπροσωπεύει ένα σύνολο παραγόντων κινδύνου οι οποίοι συσχετίζονται με πολύ υψηλή πιθανότητα ανάπτυξης σακχαρώδους διαβήτη και αθηροσκληρωτικής καρδιαγγειακής νόσου (ισχαιμική καρδιακή νόσος). Το μεταβολικό σύνδρομο χαρακτηρίζεται από: i. Κοιλιακή παχυσαρκία (ή σπλαχνική). II. Αντοχή στην ινσουλίνη. iii. Δυσλιπιδαιμία. iv. Χρόνια φλεγμονή. v. Υψηλή πρόσφυση των αιμοπεταλίων που είναι υπεύθυνα μιας προθρομβωτικής κατάστασης.
Είναι μια παθολογική κατάσταση, αλλά στις βιομηχανικές κοινωνίες έχει πάρει γρήγορα διαστάσεις επιδημίας. Η ταχεία αυτή αύξηση οφείλεται στον τρόπο ζωής που χαρακτηρίζουμε ως «ευημερία», με την έλλειψη σωματικής άσκησης, την υπερβολική πρόσληψη θερμίδων, την κατανάλωση των βιομηχανικών προϊόντων και τροφίμων χαμηλής θρεπτικής αλλά υψηλής θερμιδικής αξίας και… με το άγχος!
Πολλές μελέτες δείχνουν άμεση σύνδεση μεταξύ των μεταβολικών αλλαγών και της δυσλειτουργίας του αυτόνομου νευρικού συστήματος. Σε άτομα με σκλήρυνση κατά πλάκας βρέθηκε αύξηση του τόνου του συμπαθητικού συστήματος και μείωση του τόνου του παρασυμπαθητικού. Πιο πρόσφατα αποδείχτηκε ότι η δυσλειτουργία του αυτόνομου νευρικού προηγείται ακόμη και της εμφάνισης της σκλήρυνσης κατά πλάκας και της ισχαιμικής καρδιακής νόσου. Παρόμοια αποτελέσματα παρατηρήθηκαν επίσης σε παχύσαρκα παιδιά που παρουσιάζουν σημάδια δυσλειτουργίας του αυτόνομου νευρικού συστήματος κατά την ανάπτυξη της παχυσαρκίας και πριν από την έναρξη του μεταβολικού συνδρόμου.
 
Το αυτόνομο νευρικό σύστημα των διαβητικών είναι ιδιαίτερα ευάλωτο
Όλοι, χωρίς εξαίρεση, είμαστε εκτεθειμένοι στις τοξικές επιδράσεις και σε όλους οι διάφοροι παράγοντες που δρουν αγχωτικά διαταράσσουν τη λειτουργία του αυτόνομου νευρικού συστήματος. Ωστόσο, τα άτομα με σκλήρυνση κατά πλάκας όπως και τα άτομα με σακχαρώδη διαβήτη (τύπου 1 και τύπου 2) είναι πιο ευάλωτα απ’ όλα!
Στην πραγματικότητα, το αυτόνομο νευρικό σύστημα του ατόμου με διαβήτη είναι εξαιρετικά ευάλωτο! Αυτό συμβαίνει επειδή η υπεργλυκαιμία -είτε άμεσα είτε μέσω της παραγωγής τοξικών παραγώγων (τελικά προϊόντα γλυκοζυλίωσης, ελεύθερες ρίζες) και του οξειδωτικού στρες- είναι ένας παράγοντας που μοιάζει με το άγχος και ο οποίος είναι σε θέση να προκαλέσει μεταβολές στη λειτουργία του αυτόνομου νευρικού συστήματος πολύ γρήγορα. Η ζημιά που ασκείται από την υπεργλυκαιμία στο αυτόνομο νευρικό σύστημα είναι αρχικά καθαρά λειτουργική και αναστρέψιμη, αλλά, αν γίνει χρόνια η μη γλυκαιμική αντιρρόπηση συμβαίνει ανατομική βλάβη μη αναστρέψιμη στις νευρικές ίνες.
Σε αυτό το σημείο βρισκόμαστε ήδη στο στάδιο της διαβητικής αυτόνομης νευροπάθειας, η οποία παρουσιάζει συμπτώματα και σημεία που ποικίλλουν ανάλογα με τα όργανα που πλήττονται περισσότερο. Επίσης, συχνά στο διαβητικό άτομο, όπως σε όλες τις περιπτώσεις χρόνιων ασθενειών, καταστάσεις που συνυπάρχουν είναι το ψυχολογικό στρες, το άγχος, η κατάθλιψη, η απώλεια της αυτοεκτίμησης, οι αρνητικές σκέψεις που είναι ένα άλλο μέτωπο της επίθεσης στο αυτόνομο νευρικό σύστημα.
Ακριβώς επειδή είναι τόσο ευάλωτο, το άτομο με διαβήτη θα πρέπει να ενημερώνεται για τον κίνδυνο δυσλειτουργίας του αυτόνομου νευρικού συστήματος και θα πρέπει να καθοδηγείται ώστε να ακολουθεί μια σειρά από συμπεριφορές και διατροφικά μέτρα που έχει αποδειχθεί ότι «οχυρώνουν» το αυτόνομο νευρικό σύστημα για την πρόληψη ή την αναστροφή των πρώιμων μορφών διαβητικής νευροπάθειας. Δυστυχώς, πολύ συχνά, όταν διαγιγνώσκεται, η αυτόνομη διαβητική νευροπάθεια είναι σε προχωρημένο στάδιο και μη αναστρέψιμη πλέον.
 
Η διαβητική αυτόνομη νευροπάθεια
Η δυσλειτουργία του αυτόνομου νευρικού συστήματος είναι μια συχνή επιπλοκή του σακχαρώδους διαβήτη και καμιά φορά από πολύ νωρίς. Όπως ήδη αναφέρθηκε, αυτή η δυσλειτουργία είναι αρχικά αναστρέψιμη. Δυστυχώς, αυτό το πρώιμο στάδιο ΔΕΝ αναγνωρίζεται εγκαίρως σχεδόν ποτέ, για τον απλούστατο λόγο ότι η δοκιμή της λειτουργίας του αυτόνομου νευρικού συστήματος δεν εισάγεται στην παρακολούθηση των ατόμων με διαβήτη στα περισσότερα εθνικά συστήματα Υγείας. Ελλείψει επαρκών μέτρων, η ζημία πολλές φορές θα καταστεί ανεπανόρθωτη.
Τα στοιχεία για τον επιπολασμό της διαβητικής αυτόνομης νευροπάθειας δείχνουν ότι από αυτήν πάσχει περίπου το 20% τόσο των διαβητικών τύπου 1 όσο και των διαβητικών τύπου 2. Παρότι η διαβητική αυτόνομη νευροπάθεια είναι κλινικά εμφανής (δηλαδή με κλινικά συμπτώματα) πιο σπάνια γίνεται η διάγνωσή της στη νεανική και την εφηβική ηλικία, αν και οι υποκλινικές εκδηλώσεις της δυσλειτουργίας του αυτόνομου νευρικού συστήματος είναι πολύ συχνές μερικά μόλις χρόνια από τη διάγνωση του σακχαρώδους διαβήτη.
Οι παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση της διαβητικής αυτόνομης νευροπάθειας περιλαμβάνουν τον κακό μεταβολικό έλεγχο και τη διάρκεια του διαβήτη. Επιπλέον, η διαβητική αυτόνομη νευροπάθεια επιταχύνεται κατά τη διάρκεια της εφηβείας.
Η διάγνωση της διαβητικής αυτόνομης νευροπάθειας σε υποκλινική φάση, χάρη στη μελέτη της μεταβλητότητας του καρδιακού ρυθμού (HRV) και της ταχύτητας του κύματος παλμού (VΡΟ), είναι εξαιρετικά σημαντική, διότι η νόσος προηγείται της ανάπτυξης των πρώτων αγγειακών επιπλοκών σε νεαρούς ενήλικες με διαβήτη τύπου 1. Πολύ πρόσφατες μελέτες δείχνουν ότι η ανισορροπία υπέρ του συμπαθητικού τόνου του αυτόνομου νευρικού συστήματος σχετίζεται με υψηλότερο κίνδυνο προκλινικής διαβητικής νεφροπάθειας (μικρολευκωματινουρίας) σε εφήβους με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 και πως η δυσλειτουργία του αυτόνομου νευρικού συστήματος συνδέεται με αστάθεια της γλυκόζης σε νεοδιαγνωσθέντες ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2.
Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι, καθώς η διαβητική αυτόνομη νευροπάθεια συχνά συνυπάρχει με την αισθητικοκινητική περιφερική νευροπάθεια, υπάρχει πλήρης παραλληλισμός μεταξύ τους. Ωστόσο, οι διαγνωστικές εξετάσεις για την κινητική και αισθητική νευροπάθεια (π.χ., ηλεκτρομυογράφημα) δεν είναι υποκατάστατα εκείνων για το αυτόνομο νευρικό σύστημα.
Η διαβητική αυτόνομη νευροπάθεια έχει πολλαπλές κλινικές εκδηλώσεις, όπως είναι η ορθοστατική υπόταση, η κόπωση, η δυσκολία να εκτελέσει κάποιος ακόμα και ελαφριά σωματική δραστηριότητα (δυσανεξία στην άσκηση), η αδυναμία να αναγνωρίσει την υπογλυκαιμία (έλλειψη ενημερότητας της υπογλυκαιμίας), η γαστροπάρεση, η διάρροια, η δυσκοιλιότητα, η ακράτεια ούρων και η στυτική δυσλειτουργία.
Ένα ερωτηματολόγιο πρέπει να δίνεται στους διαβητικούς ασθενείς για να διευκολύνεται η κλινική διάγνωση της διαβητικής αυτόνομης νευροπάθειας. Ωστόσο, η διάγνωση επιβεβαιώνεται στη συνέχεια από τις διαγνωστικές εξετάσεις του αυτόνομου νευρικού συστήματος. Δυστυχώς, σε περιπτώσεις που συνυπάρχει η διαβητική αυτόνομη νευροπάθεια είναι δυνατή μόνο η «συμπτωματική» θεραπεία (π.χ., φάρμακα κατά της διάρροιας ή η διατήρηση των αλάτων για την ορθοστατική υπόταση κ.λπ.), των οποίων η ίαση είναι πέρα ​​από το πεδίο αυτού του σύντομου άρθρου. Επιπλέον, η συμπτωματική θεραπεία είναι μόνο μερικώς αποτελεσματική και συχνά έχει σοβαρές παρενέργειες.
 
ΠΗΓΗ: Diabete Portale

Διαβάστε επίσης

This website uses cookies to improve your experience. We'll assume you're ok with this, but you can opt-out if you wish. Accept