Μελέτη Πανεπιστημίου Κρήτης: Ποια έλλειψη βιταμίνης, «γεννά” παχύσαρκα παιδιά

177

Η έλλειψη βιταμίνης D στις εγκύους είναι καθοριστικής σημασίας τόσο για την υγεία της, όσο και για το έμβρυο που κυοφορεί.Τα επίπεδα βιταμίνης D σε ένα νεογέννητο εξαρτώνται κυρίως από αυτά της μητέρας του. Για το λόγο αυτό, τα νεογνά έχουν αυξημένο κίνδυνο να αναπτύξουν ανεπάρκεια βιταμίνης D αν οι μητέρες τους έχουν ανεπάρκεια αυτής της βιταμίνης, κατά τη διάρκεια της κύησης.

Σύμφωνα με μελέτη από  τομέα Κοινωνικής Ιατρικής του Πανεπιστημίου Κρήτης, προκύπτει οτι η έγκυος ” κληρονομεί ” την παχυσαρκία στο παιδί όταν έχει έλλειψη βιταμίνης D! Η μελέτη ξεκίνησε στη χώρα μας το 2007 και παρακολουθησε  περίπου 1300 ζεύγη μητέρας-παιδιού από την κύηση έως και σήμερα. 

Τα επίπεδα βιταμίνης D στη μητέρα μετρήθηκαν στο πρώτο τρίμηνο κύησης, ενώ η κλινική εξέταση των παιδιών, όπου μετρήθηκαν το ύψος, το βάρος, η περιφέρεια μέσης και το ποσοστό λίπους πραγματοποιήθηκε στα 4 και στα 6 έτη ζωής.

Οι ερευνητές βρήκαν ότι παιδιά 6 ετών , των οποίων οι μητέρες είχαν πολύ χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D στο πρώτο τρίμηνο της κύησης είχαν περίπου ένα εκατοστό μεγαλύτερη περιφέρεια μέσης και περισσότερο λίπος (2%) στο σώμα τους σε σχέση με συνομήλικα παιδιά των οποίων οι μητέρες είχαν επαρκή επίπεδα βιταμίνης D νωρίς στην εγκυμοσύνη. Σύμφωνα με την επιστημονική ομάδα, αυτές οι αυξήσεις μπορεί να μην φαίνονται τόσο υψηλές, αλλά ακόμη και ένα εκατοστό αύξηση στην περιφέρεια μέσης για ένα παιδί είναι σημαντικό πρόβλημα, ειδικά εάν αυτό το περίσσευμα λίπους μεταφέρεται σε όλη του τη ζωή.

Η ανεπάρκεια βιταμίνης D στις έγκυες γυναίκες έχει αυξηθεί τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει ότι η βιταμίνη D αναστέλλει την εξέλιξη των πρόδρομων μορφών λιποκυττάρων σε ώριμα λιποκύτταρα. 

Πάντως, δεν υπάρχουν ακόμη σαφείς οδηγίες για την υποκατάσταση βιταμίνης D στην εγκυμοσύνη και σύμφωνα με την επιστημονική ομάδα χρειάζονται νέες κλινικές μελέτες προτού γίνει σύσταση για αύξηση των ποσοτήτων βιταμίνης D που μπορούν να λαμβάνουν  οι έγκυες.

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Pediatric Obesity.Επιστημονικά υπεύθυνη της μελέτης ήταν η Επίκουρη Καθηγήτρια της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης κ. Λήδα Χατζή και πρώτη συγγραφέας η Επιμελήτρια Α της Ενδοκρινολογικής Κλινικής του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Ηρακλείου κ. Βασιλική Δαράκη.

Οι Θεανώ Ρουμελιωτάκη, Γεωργία Χαλκιαδάκη, Μαριάννα Κατρινάκη, Μαριάννα Καραχάλιου, Βασιλική Λεβεντάκου, Μαρίνα Βαφειάδη, Κατερίνα Σαρρή και Στάθης Παπαβασιλείου από το Πανεπιστήμιο Κρήτης, η Μαρία Βασιλάκη από την Mayo Clinic και ο Μανώλης Κογεβίνας από το Institute of Global Health της Βαρκελώνης επίσης συνεισέφεραν στη μελέτη. Η συλλογή δεδομένων έγινε από τη μελέτη Μητέρας-Παιδιού Κρήτης, Μελέτη ΡΕΑ, η οποία χρηματοδοτήθηκε από Ευρωπαϊκά προγράμματα και το Υπουργείο Υγείας της Ελλάδος.

 

 

 

πηγή:www.cretalive.gr

Μπορεί επίσης να σας αρέσει