Επιστημονική μελέτη: Η θαλάσσια ρύπανση κίνδυνος για την υγεία όσων κολυμπούν

232

Το κολύμπι και τα σπορ στη θάλασσα είναι απολαυστικά αλλά ο κίνδυνος για την υγεία μας παραμονεύει. Υπάρχει μεγάλη πιθανότητα  μολύνσεων ιδίως των αυτιών και του πεπτικού συστήματος, σύμφωνα με διεθνή μελέτη στην οποία εκτιμά πως η ρύπανση του περιβάλλοντος και της θάλασσας προκαλεί αυτά τα προβλήματα.

Οι ερευνητές εκτιμούν ότι ρόλο σε αυτό παίζει η θαλάσσια ρύπανση «η οποία συνεχίζει να αποτελεί ένα θέμα που επηρεάζει τους κολυμβητές σε μερικές από τις πλουσιότερες χώρες του κόσμου».

Διαπιστώθηκε ότι οι κολυμβητές έχουν 86% μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανίσουν οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας σε σχέση με όσους δεν κολυμπούν καθόλου ή δεν κάνουν θαλάσσια σπορ. Ειδικότερα, έχουν 77% μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανίσουν πόνους στα αυτιά κυρίως λόγω κάποιας λοίμωξης, 29% μεγαλύτερο κίνδυνο για γαστρεντερική ασθένεια και 44% για διάρροια.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τη δρα Αν Λέοναρντ της Ιατρικής Σχολής του βρετανικού Πανεπιστημίου του Έξετερ, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο διεθνές περιοδικό επιδημιολογίας «International Journal of Epidemiology», σύμφωνα με το BBC και την «Τέλεγκραφ», αξιολόγησαν (μετα-ανάλυση) στοιχεία από 19 έρευνες σε διάφορες χώρες (ΗΠΑ, Αυστραλία, Βρετανία, Δανία, Νορβηγία κ.α.), που αφορούσαν συνολικά περισσότερους από 120.000 ανθρώπους.

«Στις χώρες υψηλού εισοδήματος υπάρχει μια αντίληψη ότι είναι μικρός ο κίνδυνος για την υγεία, όταν κανείς περνάει πολλή ώρα στη θάλασσα. Όμως η μελέτη μας δείχνει ότι στην πραγματικότητα η παραμονή για ώρες στη θάλασσα αυξάνει την πιθανότητα εμφάνισης ασθενειών, κυρίως των αυτιών και του πεπτικού συστήματος, π.χ. στομαχόπονους και διάρροια» δήλωσε η Λέοναρντ.

«Δεν θέλουμε να αποτρέψουμε τους ανθρώπους από το να πηγαίνουν στη θάλασσα, που έχει πολλά οφέλη για την υγεία όπως η βελτίωση της φυσικής κατάστασης, η ψυχική ευεξία και η επαφή με τη φύση. Όμως είναι σημαντικό οι άνθρωποι να έχουν επίσης επίγνωση για τους κινδύνους, έτσι ώστε να λαμβάνουν σωστές αποφάσεις» δήλωσε ο ερευνητής δρ Γουίλ Γκέιζ.

Διαβάστε επίσης

This website uses cookies to improve your experience. We'll assume you're ok with this, but you can opt-out if you wish. Accept