Ζωώδης μυρωδιά… Τα ακριβότερα αρώματα προέρχονται από…

129

Γοητευτικά, ακριβά αρώματα κλεισμένα σε μπουκάλια πολυτελείας τονίζουν τον αισθησιασμό. Προορισμένα για απαιτητικούς, είναι φτιαγμένα από βάμμα βοτάνων και λουλουδιών. Υπάρχει όμως και ένα πολύ ξεχωριστό και πανάκριβο άρωμα για εκλεπτυσμένο γούστο που γίνεται ανάρπαστο και αγαπιέται από την πρώτη νότα.Τα συστατικά του, κρύβουν τη προέλευσή του στα βάθη του ωκεανού. Είναι ένα μυστικό που κρύβουν τα σωθικά της φάλαινας!

Δεν πρόκειται για ψέμα:

Διδάσκεται στο μάθημα της χημείας στο κεφάλαιο « χημεία αρωμάτων»!

Το γνήσιο έλαιο κεχριμπαριού είναι το λεγόμενο γκρίζο κεχριμπάρι (ambergris) και είναι μια κηρώδης ουσία που επιπλέει στους ωκεανούς και προέρχεται από τις εκκρίσεις του λεπτού εντέρου της φάλαινας. Συλλέγεται σε στερεά μορφή, αναδίδει μία θαλασσινή μυρωδιά και είναι μία από τις ακριβότερες πρώτες ύλες.

Αυτό, είναι το μυστικό συστατικό που θεωρείται ότι προσθέτει κάτι μαγνητικό, αισθησιακό και ζωώδες στο ανθρώπινο δέρμα.

Το αηδιαστικό απόβλητο αναφέρεται συνήθως ως «νότες κεχριμπαριού» και αποτελεί το πιο ακριβό και περιζήτητο αρωματικό υλικό εδώ και χιλιετίες.

Ο μοριακός βιολόγος Christopher Kemp, συγγραφέας του βιβλίου «Επιπλέων χρυσός: Η φυσική (και αφύσικη) ιστορία του γκρίζου κεχριμπαριού» – Floating gold: The natural (and unnatural) history of ambergris, ισχυρίζεται ότι δεν πρόκειται για εμετό αλλά για περιττώματα φάλαινας, που επιπλέουν στους ωκεανούς πριν ξεβραστούν σε κάποια ακτή και μοσχοπουλθούν σε εταιρίες αρωματοποιείας.

Το γκρίζο κεχριμπάρι είναι εξαιρετικά σπάνιο, επομένως πολύτιμο σχεδόν όσο και το χρυσάφι. Η τιμή του κυμαίνεται γύρω στα 20.000 δολάρια το κιλό.

Όπως εξηγούν οι επιστήμονες, όταν οι φάλαινες φυσητήρες καταναλώνουν γιγάντια καλαμάρια, σουπιές και οστρακοειδή, έχουν δυσκολία στο να χωνέψουν τα σκληρά μέρη τους. Γι΄ αυτό το πεπτικό τους σύστημα εκκρίνει μια λιπαρή ουσία (αντίστοιχη της χολής), που περιβάλλει το δύσπεπτο τμήμα των θαλασσινών φτιάχνοντας μια μάζα.

Η μάζα αυτή (κάτι σαν γιγάντια πέτρα χολής) αποβάλλεται από το έντερο της φάλαινας και η ποσότητά της μπορεί να φτάσει μέχρι και εκατοντάδες κιλά τον χρόνο. Οι χολόλιθοι αυτοί ξεβράζονται (λόγω παλίρροιας) σε κάποια παραλία.

Όποιοι… τυχεροί τους ανακαλύψουν κατά σύμπτωση – όπως π.χ. στη Νέα Ζηλανδία, την Αυστραλία, τη Σκωτία και την Αγγλία – και καταλάβουν περί τίνος πρόκειται, τους μοσχοπουλούν στην αγορά.

Στην πραγματικότητα όμως, σύμφωνα με τον Kemp, υπάρχει ένα υπόγειο δίκτυο από τυχοδιώκτες συλλέκτες και μεταπράτες, οι οποίοι γνωρίζουν καλά πότε ο καιρός θα φέρει το αμπέρι στις ακτές – και τότε, όποιος…προλάβει.

Είναι μια στερεά, αδιαφανής, εύφλεκτη κηρώδης μάζα, που θυμίζει κομμάτι σκληρού, παλιού τυριού με έντονη μυρωδιά. Με την πάροδο του χρόνου λέγεται ότι μυρίζει πιο…γλυκά, σαν ένα περίεργο μείγμα από καπνό, βρεγμένη γη, σάπιο ξύλο και γυαλιστικό επίπλων.

Όταν το αναλάβει η επιστήμη της χημείας, παίρνει την καθαρή μορφή του και αποκτά μια πιο ευχάριστη μυρωδιά, η οποία στην αρωματοποιία χαρακτηρίζεται ως ζωώδης (animalic).

Προστίθεται τόσο σε αντρικά όσο και σε γυναικεία αρώματα ως ενισχυτικό και σταθεροποιητικό στοιχείο, αφού αργεί πολύ να εξατμιστεί. Μία σταγόνα του έχει τη δυνατότητα να επηρεάσει καταλυτικά ένα άρωμα κάνοντάς το να παραμένει πολλές ώρες στο δέρμα, όπως εξηγούν οι αρωματοποιοί.

Το ερώτημα βέβαια είναι αν η συλλογή και η χρήση του είναι νόμιμες, αλλά αυτό εξαρτάται από τους νόμους της κάθε χώρας. Για παράδειγμα, στη Γαλλία – την καρδιά των ακριβών αρωμάτων – είναι νόμιμο, ενώ στις ΗΠΑ έχει απαγορευτεί από το 1972.

Άρωμα από το σάλιο του δράκου

Το εμπόριο του γκρίζου κεχριμπαριού ανθίζει εδώ και αιώνες. Οι Κινέζοι το ονόμαζαν «άρωμα από το σάλιο του δράκου» πιστεύοντας πως είναι το σάλιο που κυλά απαλά από τα χείλη των θαλάσσιων δράκων, όταν αυτοί κοιμούνται μακάρια επάνω στα βράχια της θάλασσας.

Οι Ιάπωνες, πιο προσγειωμένοι, το ονόμαζαν από πολύ παλιά «περιττώματα φαλαινών». Βέβαια όλων αυτών είχαν προηγηθεί οι Αιγύπτιοι της αρχαιότητας, οι οποίοι το χρησιμοποιούσαν ως θυμίαμα και φάρμακο για διάφορες ασθένειες.

Ακόμα, δεν λείπουν οι φήμες για τις αφροδισιακές του ιδιότητες, γι΄ αυτό κάποιοι (π.χ. τον Μεσαίωνα) το προσέθεταν στο φαγητό και το ποτό τους ως καρύκευμα. Το αμπέρι υπήρξε επίσης αγαπημένο του βασιλιά Καρόλου Β΄ της Αγγλίας, όχι ως άρωμα αλλά ως… λιχουδιά (μαζί με αβγά). Το ίδιο γούστο είχε και ο Λουδοβίκος ο 15ος, ο οποίος αρωμάτιζε με αυτό τα αγαπημένα του πιάτα. Όσο για την βασίλισσα Ελισάβετ Α΄; Το χρησιμοποιούσε για να αρωματίζει τα γάντια της…

Η βιομηχανία αρωμάτων, λόγω της σπανιότητας και της υψηλής τιμής του υλικού, φυσικά επιχείρησε (και τα κατάφερε) να φτιάξει χημικό υποκατάστατο χρησιμοποιώντας ένα συστατικό του φασκόμηλου και ένα… κολοβακτηρίδιο, το Escherichia coli, το οποίο βρίσκεται στα κόπρανα ζώων και ανθρώπων, όπως σημειώνει το  bimag.gr

Μπορεί επίσης να σας αρέσει