Σχολικός εκφοβισμός: Πως οι γονείς μπορούν να προφυλάξουν τα παιδιά

146

Δύο καθοριστικοί παράγοντες φαίνεται ότι καθορίζουν στάσεις και συμπεριφορές σε ο,τι αφορά το σχολικό εκφοβισμό. Πρωτίστως τα οικογενειακά ερεθίσματα και οι γονείς που είναι πρότυπα για τα παιδιά τους, ακόμη και αν στην εφηβεία συχνά τα αμφισβητούν και τα ερεθίσματα που προσλαμβάνουν από τα διάφορα μέσα. Οι γονείς δεν πρέπει να επαναπαύονται αν το παιδί τους δεν είναι εκτεθειμένο στους κινδύνους του δρόμου αλλά να επαγρυπνούν γιατί μέσα απο τα πλάνα της τηλεόρασης και τις επιλογές τους στο διαδίκτυο, αποκτούν ανοσία απέναντι στη βία.

«Τα παιδιά μαθαίνουν κυρίως με το πρότυπο κι όχι τόσο πολύ με τις θεωρίες» τονίζει στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων η επίκουρος καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών στην Παιδιατρική και Εφηβική Ιατρική κι υπεύθυνη της Μονάδας Εφήβων στο Νοσοκομείο Παίδων «Παναγιώτη και Αγλαΐα Κυριακού», Άρτεμις Τσίτσικα σχολιάζοντας το θέμα του σχολικού εκφοβισμού που απασχολεί τη σχολική κοινότητα.

«Είναι ένα θέμα που απασχολεί και τους γονείς, τους εκπαιδευτικούς και τα ίδια τα παιδιά. Θα λέγαμε ότι είναι ένα αποτέλεσμα πολλών παραγόντων, τα οποία έχουν να κάνουν με την ψυχική δυσκολία και την προσωπικότητα του κάθε παιδιού, το περιβάλλον στο οποίο αναπτύσσεται, το οικογενειακό, το σχολικό και το περιβάλλον μιας χώρας, τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του και βέβαια της επίδρασης παραγόντων όπως η διαδικτυακή ενασχόληση, τα ΜΜΕ», λέει η κ. Τσίτσικα στο ΑΠΕ-ΜΠΕ και προσθέτει: «Πολλές φορές τα παιδιά εκτίθενται σε ερεθίσματα βίαια ή άλλου ακατάλληλου περιεχομένου, δεν το αντιλαμβάνονται με αποτέλεσμα να απενεχοποιούνται και σιγά-σιγά να υιοθετούνται, χωρίς να το καταλάβουν, στην συμπεριφορά τους και γενικότερα είναι κάτι που μπορεί να αφορά διάφορες εκφράσεις, όπως τη σωματική βία, τη λεκτική».

Το κάθε παιδί, λέει η ίδια, αυτό το αντιλαμβάνεται διαφορετικά κι έχει διαφορετική επίπτωση σε κάθε παιδί.

«Υπάρχουν παιδιά που είναι πιο ανθεκτικά, ενώ άλλα παιδιά το αντιμετωπίζουν με περισσότερη αντίσταση κι υπάρχουν κι άλλα παιδιά τα οποία επηρεάζονται σε σημαντικό βαθμό», υποστηρίζει.

Η κ. Τσίτσικα επισημαίνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι ο γονεϊκός ρόλος είναι σημαντικός. «Οι γονείς μπορούν να… δουλέψουν το μοντέλο μέσα στην οικογένεια. Τα παιδιά μαθαίνουν κυρίως με το πρότυπο κι όχι τόσο πολύ με τις θεωρίες. Άρα, αν θέλουμε το παιδί μας να έχει καλή συμπεριφορά και να σέβεται τα δικαιώματα των διπλανών του, αλλά να αναγνωρίζει και τα δικά του δικαιώματα τότε οι γονείς θα πρέπει να θέσουν ένα ωραίο πλαίσιο ανάπτυξης των παιδιών τους. Οι ίδιοι οι γονείς επηρεάζουν με την συμπεριφορά τους. Επίσης, θα πρέπει να είναι κοντά στα παιδιά, στην επικοινωνία, στη συζήτηση».

Πολλοί γονείς, λέει η κ. Τσίτσικα «έχουν μια εσφαλμένη εντύπωση ότι αν το παιδί είναι στο δωμάτιό του μπροστά σε μια οθόνη είναι ασφαλές και δεν κινδυνεύει από τους κλασικούς κινδύνους στη γειτονιά. Αυτό όμως δεν ισχύει και θα πρέπει να καταλάβουν ότι ο γονεϊκός τους ρόλος θα πρέπει να ενισχύεται. Μέσα από την επικοινωνία και την καθημερινή αλληλεπίδραση θα μπορούν να επηρεάσουν τα παιδιά. Μην ξεχνάμε όμως ότι θα πρέπει να είναι κοντά στα παιδιά ώστε οτιδήποτε τους συμβεί να μπορούν να εμπιστευτούν τους γονείς τους, οι οποίοι θα πρέπει να σημειώσουν κάποια μεταβολή στις συμπεριφορές των παιδιών οπότε αν χρειαστεί να απευθυνθούν σε ειδικούς».

Η κ. Τσίτσικα υπενθυμίζει ότι στη Μονάδα Εφηβικής Υγείας (ΜΕΥ) της Β’ Παιδιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Νοσοκομείο Παίδων «Π. & A. Κυριακού», λειτουργεί η Γραμμή για την Τεχνολογία χωρίς χρέωση «ΜΕ Υποστηρίζω» 8001180015.

Λειτουργεί καθημερινά από τις 9:00 έως τις 15:00, για θέματα που αφορούν την ορθή χρήση της τεχνολογίας από ανηλίκους (εξάρτηση από το διαδίκτυο, διαδικτυακός εκφοβισμός- bullying, αποπλάνηση-grooming, ακατάλληλο περιεχόμενο, θέματα προσωπικών δεδομένων, πορνογραφικό υλικό, τζόγος, βίαια παιχνίδια κλπ) και απευθύνεται σε παιδιά, εφήβους, γονείς, εκπαιδευτικούς και ειδικούς.

Η κ. Βαλαβάνη τονίζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι βασικό αίτημα της Ομοσπονδίας είναι «να υπάρχει σχολικός ψυχολόγος σε κάθε σχολείο. Είναι από τα καίρια αιτήματα που έχουμε.

Η εμπειρία δείχνει ότι ο σχολικός ψυχολόγος λύνει διάφορα ζητήματα, όχι μόνο σχολικού εκφοβισμού, αλλά και συμβίωσης μαθητών διαφορετικών πολιτισμών και εθνικοτήτων μιας που πλέον υπάρχουν και διαπολιτιστικά σχολεία.

Τα παιδιά αναπτύσσουν διαπροσωπικές σχέσεις στους γρήγορους ρυθμούς ζωής κυρίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κι όχι μέσω συναντήσεων, παρέας μεταξύ τους. Για αυτό κι επιμένουμε ότι οι σχολικοί ψυχολόγοι μπορούν να λύσουν μια γκάμα ζητημάτων που προκύπτουν στην εκπαιδευτική κοινότητα».

 

Διαβάστε επίσης

This website uses cookies to improve your experience. We'll assume you're ok with this, but you can opt-out if you wish. Accept