Η παχυσαρκία απειλεί τα παιδιά πριν ακόμα…. Τι λέει έρευνα

192

Τι είναι η παχυσαρκία; Η παχυσαρκία είναι ένας ιατρικός όρος, ο οποίος αναφέρεται στο υπερβολικά υψηλό σωματικό βάρος λόγω της συσσώρευσης λιπώδους ιστού.

Μία πρώτη εκτίμηση του βάρους του ατόμου γίνεται μέσω τουΔείκτη Μάζας Σώματος (Body Mass Index – BMI). Ο δείκτης αυτός υπολογίζεται ως το πηλίκο του βάρους του ατόμου σε κιλά δια του τετραγώνου του ύψους του σε μέτρα (kg/m2).

Φυσιολογικός θεωρείται ο BMI μεταξύ του 18,5 και του 25. Όταν ο δείκτης αυτός υπερβαίνει το 25, το άτομο θεωρείται υπέρβαρο και όταν υπερβαίνει το 30, παχύσαρκο.

Η παχυσαρκία συνδέεται με πλήθος προβλημάτων υγείας, που εμπλέκουν διάφορα συστήματα του σώματος, όπως το καρδιαγγειακό, το αναπνευστικό και το εριστικό – μυϊκό (τα οστά κα τους μύες).

Πόσο συχνή είναι η παχυσαρκία;
Η παχυσαρκία στις ημέρες μας τείνει να λάβει διαστάσεις επιδημίας. Χαρακτηριστικά, ο αριθμός των παχύσαρκων στην Ευρώπη έχει τριπλασιαστεί σε σχέση με τη δεκαετία του 1980. Στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπολογίζεται, πως μέχρι και το 70% των ενηλίκων είναι υπέρβαροι, ενώ το 10% έως 30% αυτών παχύσαρκοι.

Εξαιρετικά ανησυχητικό είναι δε το γεγονός της εξάπλωσης της παιδικής παχυσαρκίας. Στις αρχές του 21ου αιώνα, είχε διπλασιαστεί ο αριθμός των παχύσαρκων παιδιών σε σχέση με τις μετρήσεις των 20 προηγουμένων ετών. Η αυξητική αυτή τάση μάλιστα δεν φαίνεται να ανακόπτεται. Έτσι υπολογίζεται, πως το 20% των παιδιών σχολικής ηλικίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι σήμερα παχύσαρκα…

Αν μια γυναίκα είναι παχύσαρκη στην εγκυμοσύνη, επηρεάζει αυτό τις πιθανότητες το παιδί της να είναι και αυτό παχύσαρκο;

Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο του Σαουθάμπτον διαπίστωσαν ότι τα έμβρυα παρουσιάζουν επιγενετικές αλλαγές όταν οι μητέρες τους παίρνουν περισσότερα από τα συνιστώμενα κιλά κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Να σημειωθεί ότι η επιγενετική αφορά τις κληρονομήσιμες αλλαγές στην έκφραση των γονιδίων, χωρίς αλλαγές στην αλληλουχία του DNA. Αυτές οι αλλαγές, σύμφωνα με την μελέτη, μπορεί να επηρεάσουν τις λιποαποθήκες του παιδιού και το βάρος του για το υπόλοιπο της ζωής του.

Σε προηγούμενη μελέτη τους που πραγματοποιήθηκε πέρυσι, οι ερευνητές είχαν διαπιστώσει ότι τα παιδιά με μειωμένη έκφραση του γονιδίου SLC6A4, το οποίο ρυθμίζει τη διάθεση και την όρεξη, παρουσίαζαν προβλήματα στον έλεγχο του βάρους τους, αφού ήταν περίπου 200 γραμμάρια βαρύτερα από τα άλλα παιδιά στην ηλικία των τεσσάρων ετών. Αυτή τη φορά οι ερευνητές θέλησαν να μάθουν πότε και πώς συμβαίνουν αυτές οι μεταλλάξεις.

Έτσι, συνέκριναν τα δείγματα αίματος που πήραν από τον ομφάλιο λώρο 1.500 μωρών με τα μητρώα υγείας της μητέρας τους κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και παρακολούθησαν την ανάπτυξη των παιδιών περιοδικά για τα επόμενα έξι χρόνια, λαμβάνοντας επιπλέον δείγματα αίματος.

Η επικεφαλής συγγραφέας Karen Lillycrop και η ομάδα της διαπίστωσαν, λοιπόν, ότι οι μητέρες που είχαν αυξημένο βάρος κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης είχαν περισσότερες πιθανότητες να γεννήσουν παιδιά με μεταλλάξεις του γονιδίου SLC6A4, ειδικά εάν επρόκειτο για το πρωτότοκο παιδί. Η σχέση μεταξύ του βάρους της μητέρας και των αλλαγών στην έκφραση του γονιδίου δεν αποδείχθηκε τόσο ισχυρή για τις γυναίκες που είχαν ήδη γεννήσει πολλές φορές στο παρελθόν, αν και τα αίτια αυτής της διαπίστωσης δεν έχουν αποσαφηνιστεί.

Το μόνο βέβαιο, πάντως, σύμφωνα με τη Δρ. Lillycrop, είναι ότι ενώ όλοι γεννιόμαστε με ένα σύνολο γονιδίων, οι περιβαλλοντικοί παράγοντες μπορούν να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο αυτά εκφράζονται, συνεπώς και τις λειτουργίες του οργανισμού που αυτά ελέγχουν. Το θετικό της υπόθεσης είναι οι επιγενετικές αυτές αλλαγές δεν είναι μόνιμες, αλλά αναστρέψιμες. Δια του λόγου το αληθές, όλο και περισσότερες είναι οι έρευνες που υποδεικνύουν ότι συνήθειες όπως η ισορροπημένη διατροφή, η άσκηση και η μείωση του στρες μπορούν να βοηθήσουν στην αναστροφή των επιγενετικών αλλαγών.

Καταληκτικά, οι ερευνητές αναφέρουν ότι τα ευρήματα της μελέτης δείχνουν τη σημασία του ελέγχου των εμβρύων, των μωρών και των νηπίων για τις μεταβολές αυτές, με στόχο τη συμβολή στον καλύτερο και πιο έγκαιρο έλεγχο του βάρους τους.

«Τα αποτελέσματά μας προσθέτουν ένα ακόμα λιθαράκι στις αυξανόμενες ενδείξεις ότι οι επιγενετικές μεταβολές που είναι ανιχνεύσιμες κατά τη γέννηση συνδέονται με την υγεία ενός παιδιού καθώς μεγαλώνει. Επιπλέον, ενισχύουν τα στοιχεία που δείχνουν ότι η υγεία της μητέρας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μπορεί να επηρεάσει τη μελλοντική υγεία του παιδιού της», δήλωσε η Δρ. Lillycrop.

Ο καθηγητής Keith Godfrey, μέλος της ερευνητικής ομάδας και ένας εκ των συγγραφέων προσέθεσε: «Τα νέα ευρήματα ενισχύουν την υπόθεση ότι η έγκαιρη πρόληψη της παιδικής παχυσαρκίας πρέπει να ξεκινά πριν από τη γέννηση. Ενδεχομένως τότε να μπορεί να επηρεάσει τα επίπεδα της όρεξης με τρόπο ώστε τα βρέφη και τα παιδιά να προστατεύονται από το πλεονάζον βάρος».

Διαβάστε επίσης

This website uses cookies to improve your experience. We'll assume you're ok with this, but you can opt-out if you wish. Accept