Αυτή είναι η νέα Ελληνική μέθοδος που ανιχνεύει την δυσλεξία

77

Η Δυσλεξία είναι μορφή νοητικής αναπηρίας κατά την οποία το άτομο, μικρής ή μεγάλης ηλικίας, παρουσιάζει δυσκολίες στην ανάλυση των λέξεων σε ακουστικές μονάδες συλλαβικής βάσης και στη σύνθεση συλλαβικών ακουστικών μονάδων σε λεκτικά σύνολα με εννοιακό περιεχόμενο. Παρατηρείται σε όλους τους πολιτισμούς που έχουν γραπτή γλώσσα και δεν έχει σχέση με τη νοητική καθυστέρηση, λόγω του ότι τα άτομα αυτά είναι πιο δημιουργικά με κυρίαρχη την δεξιά πλευρά του εγκεφάλου.

Η παγκόσμια ομοσπονδία της νευρολογίας καθορίζει τη δυσλεξία ως “διαταραχή που φανερώνεται από τις δυσκολίες στην εκμάθηση του διαβάσματος, παρά την επαρκή νοημοσύνη και τις κοινωνικές και πολιτιστικές ευκαιρίες του ατόμου”.

Η δυσλεξία δεν είναι αυστηρά μόνο μια διαταραχή ανάγνωσης που χαρακτηρίζεται από τις αντιστροφές. Είναι ένα σύνδρομο των πολλών και ποικίλων συμπτωμάτων που έχει επιπτώσεις σε εκατομμύρια των παιδιών και ενηλίκων.

Από πολλούς αναγνωρίζεται η δυσλεξία ως “διαφορετικός τρόπος σκέψης”: παραλληλίζοντας τη δυσλεξία με τη δυνατότητα που έχει κάποιος να “δει” πολυδιάστατα, την συνολική εικόνα, ή από οποιαδήποτε θέση κάθε φορά. Η δυνατότητα να σκέφτεται με εικόνες και να καταχωρούνται αυτές οι εικόνες ως πραγματικές. Κατά συνέπεια, αναμιγνύεται η δημιουργική σκέψη με την πραγματικότητα αλλάζοντας πολλές φορές αυτό που το δυσλεκτικό άτομο βλέπει ή ακούει.

Για να διαβάσει και να συλλαβίσει κανείς απαιτείται ο συντονισμός πολλών εγκεφαλικών λειτουργιών. Τα προβλήματα προκύπτουν σε ένα ή περισσότερα λειτουργικά επίπεδα.

Η αναπτυξιακή δυσλεξία είναι μια νευροβιολογικά βασισμένη έλλειψη στην απόκτηση των δεξιοτήτων ανάγνωσης και ορθογραφίας, σε σχέση πάντα με τις γενικές διανοητικές δυνατότητες του ατόμου.

Η δυσλεξία είναι μια απόκλιση μεταξύ ενός υψηλού αποτελέσματος στα τεστ νοημοσύνης και των χαμηλών αποτελεσμάτων στα τεστ ανάγνωσης/ορθογραφίας.

Η δυσλεξία θεωρείται η συχνότερη εκ των μαθησιακών δυσκολιών καθώς εκτιμάται ότι αφορά στο 5-17% του γενικού πληθυσμού. Παρά την αυξημένη συχνότητά της, ωστόσο σημαντικός αριθμός επηρεαζόμενων ατόμων παραμένουν αδιάγνωστα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την εξέλιξή τους.

Γι’ αυτό τον λόγο Έλληνες δημιούργησαν μια μέθοδο, η οποία εύκολα, γρήγορα και αντικειμενικά προ-διαγιγνώσκει αναγνωστικά προβλήματα με έμφαση στη δυσλεξία.

Η πρωτοπόρος ελληνική μέθοδος RADAR (Rapid Assessment for Dyslexia and Abnormalities in Reading ή Τάχιστη Αξιολόγηση των Δυσκολιών & Ανωμαλιών κατά την Ανάγνωση), που ανέπτυξε επιστημονική ομάδα (αποτελούμενη από τους Στέλιο Σμυρνάκη, καθηγητή Νευρολογίας του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, Γιάννη Σμυρνάκη, καθηγητή του Πανεπιστημίου Κολούμπια, Βασίλη Ανδρεαδάκη, Μηχανικό Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου York, Βασίλη Σελίμη, Μηχανικό Πληροφορικής στο Πανεπιστήμιο City του Λονδίνου, Δώρα Μπαχούρου, Ειδική Παιδαγωγό ΑΠΘ και Μαρία Ρουσοχατζάκη, Λογοπαθολόγο του Πανεπιστημίου της Βοστόνης) με επικεφαλής τον Δρ. Ιωάννη Μ. Ασλανίδη, πρόεδρο του Ελληνικού Κολεγίου Οφθαλμολογίας και καθηγητή των πανεπιστημίων Weill-Cornell των ΗΠΑ και Wenzhou της Κίνας, πετυχαίνει έγκαιρη και εύστοχη προ-διάγνωση αναγνωστικών δυσκολιών και μάλιστα με αντικειμενικό τρόπο.

Ειδικοί της Ιατρικής Σχολής του Χάρβαρντ, αξιολόγησαν επιτυχώς τη μέθοδο RADAR με στόχο τη γενικευμένη χρήσης της και σε σχετική συνέντευξη Τύπου που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα, σύσσωμη η επιστημονική ομάδα παρουσίασε τα οφέλη του νέου τεστ καθώς δίνει τη δυνατότητα για συγκεκριμένες μετρήσεις σχετικά με ένα πλήθος παραμέτρων που επηρεάζουν την αναγνωστική ικανότητα του ατόμου, ανεξαρτήτως ηλικίας.

Όπως εξήγησε ο Δρ. Ασλανίδης, «ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας χαρακτηρίζει την αναπτυξιακή δυσλεξία ως ειδική διαταραχή της ανάγνωσης. Σύμφωνα με το ICD-10 (Διεθνής Ταξινόμηση Νοσημάτων) η αναπτυξιακή δυσλεξία ή αλλιώς ειδική διαταραχή ανάγνωσης, είναι μια ειδική σημαντική διαταραχή στην ανάπτυξη των αναγνωστικών δεξιοτήτων, η οποία δε μπορεί να αποδοθεί στη νοητική ηλικία, στα προβλήματα οπτικής οξύτητας ή στην ανεπαρκή φοίτηση».

Η δυσλεξία, που εκδηλώνεται ως δυσκολία στην αποκωδικοποίηση και κατανόηση κειμένου, δεν πρέπει να συγχέεται με άλλες μαθησιακές ανικανότητες οι οποίες προκύπτουν από αδυναμίες στην όραση και στην ακοή, τη χαμηλή νοημοσύνη ή την ελλιπή εκπαίδευση. Δυστυχώς, τα ποσοστά διάγνωσή της παγκοσμίως παραμένουν χαμηλά και αυτό οδηγεί σε μια σειρά προβλημάτων τόσο στο ίδιο το άτομο που πάσχει όσο και στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο.

Ελληνική μελέτη της Σουζάνας Παντελιάδου (2015) έδειξε ότι, το 31,6% των μαθητών με μαθησιακές δυσκολίες διακόπτουν τη σχολική φοίτηση συγκριτικά με το 9,4% του γενικού συνόλου των μαθητών, επίσης το 75% των παιδιών με μαθησιακές δυσκολίες έχουν διαφορετικά κοινωνικο-συναισθηματικά χαρακτηριστικά από τους συμμαθητές τους και τέλος, το 21% των συγκεκριμένων παιδιών βρίσκονται στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση πέντε τάξεις πιο κάτω από το απαιτούμενο.

Το πρωτόκολλο RADAR μέσω ενός πρωτοποριακού μηχανήματος ανιχνεύει τον τρόπο ανάγνωσης κάθε ατόμου με τρόπο έγκυρο και ασφαλή. Το μηχάνημα είναι αποτέλεσμα 10ετούς έρευνας και κλινικής εμπειρίας και καλύπτεται από εθνικές και διεθνείς πατέντες και με μια ομάδα υποστήριξης ειδικών ιατρών και επιστημόνων αποτιμά το επίπεδο επάρκειας της ανάγνωσης του εξεταζόμενου.

«Το λογισμικό του RADAR βασίζεται σε κατοχυρωμένους αλγόριθμους καθώς διαθέτει αναγνωρισμένη πατέντα τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην ΕΕ. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν εν εξελίξει συνεργασίες με τα Πανεπιστήμια του Χάρβαρντ και του Κάρντιφ Metropolitan, ενώ άμεσα ξεκινούν έρευνες στα σχολεία Caroll και Bridge Boston Charter της Βοστόνης. Στην Ελλάδα υπάρχει ήδη βάση δεδομένων αποτελεσμάτων από 2.000 παιδιά, ενώ η μέθοδος RADAR θα είναι διαθέσιμη από 1η Απριλίου σε Αθήνα, Ηράκλειο Κρήτης, Θεσσαλονίκη και Κύπρο», σύμφωνα με τον Δρ. Ιωάννη Μ. Ασλανίδη.

Όπως διευκρίνισε το νέο αυτό διαγνωστικό τεστ δεν έχει σκοπό να αντικαταστήσει εξειδικευμένους και αρμόδιους ειδικούς (λογοθεραπευτές, παιδοψυχολόγους κ.λπ.) αλλά στόχο έχει να λειτουργήσει ως ένα επιπλέον εργαλείο στα χέρια των ειδικών για τη διάγνωση των αναγνωστικών δυσκολιών και συγκεκριμένα της δυσλεξίας. Παράλληλα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να ελεγχθεί η αποτελεσματικότητα της θεραπευτικής παρέμβασης σε ένα μαθητή με διαγνωσμένη δυσλεξία.

Πως γίνεται το τεστ

Η μέθοδος RADAR είναι μία εξέταση εύκολη και γρήγορη, που διαρκεί 15-20 λεπτά, φιλική προς τον αναγνώστη, είτε αυτός είναι παιδί είτε ενήλικας και φυσικά καθόλου παρεμβατική μιας και το μόνο που πρέπει να κάνει είναι να διαβάσει ένα κείμενο. Έπειτα από την καταγραφή, και βάσει του ειδικού λογισμικού που ονομάζεται Emmetrolexia, το οποίο βασίζεται σε αυστηρά μαθηματικά μοντέλα, αναλύεται λεπτομερώς το «αναγνωστικό μονοπάτι» του κάθε ατόμου και να εντοπίζονται τα ποιοτικά τα στοιχεία του κειμένου που προκαλούν τη μεγαλύτερη δυσκολία όπως για παράδειγμα δίφθογγοι, πολυσύλλαβες λέξεις κ.λπ. Η μέθοδος RADAR δεν απευθύνεται μόνο στους αναγνώστες που έχουν πρόβλημα, αλλά είναι μια εξέταση την οποία μπορεί να την κάνει ο καθένας μας και να μάθει περισσότερα για την αναγνωστική του ευχέρεια.

Διαβάστε επίσης

This website uses cookies to improve your experience. We'll assume you're ok with this, but you can opt-out if you wish. Accept