Γιατί τα θαλασσινά ανοίγουν την όρεξη για… σεξ;

254

Παρότι είναι γνωστό ότι τα θαλασσινά εντάσσονται στη βασική κατηγορία τροφίμων για μία υγιεινή διατροφή, φαίνεται πώς συνδέονται άμεσα με τη  σεξουαλική υγεία των ανθρώπων και την ικανότητα τεκνοποίησης.

Σύμφωνα με επιστημονική έρευνα, τα θαλασσινά λειτουργούν ευεργετικά στην υγεία μας και όπως δείχνει έρευνα του Harvard T.H. Chan School of Public Health, τα λεγόμενα «φρούτα της θάλασσας» μπορούν να εκτοξεύσουν τη σεξουαλική επιθυμία στα ύψη.

Συγκεκριμένα, η έρευνα εστίασε σε 500 ζευγάρια που προσπαθούσαν να κάνουν παιδί και σημείωναν πόσο συχνά έτρωγαν θαλασσινά (ψάρια και οστρακοειδή) μέσα σε διάρκεια τεσσάρων ετών, καθώς επίσης και τη συχνότητα των σεξουαλικών τους επαφών.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, το 92% όσων κατανάλωναν θαλασσινά πάνω από δύο φορές την εβδομάδα, περίμεναν παιδί μέχρι το τέλος του χρόνου. Άντρες και γυναίκες που κατανάλωσαν περισσότερη ποσότητα θαλάσσινών (πάνω από 8 μερίδες το μήνα) έκαναν μάλιστα κατά 22% περισσότερο σεξ.

Το «καυτό» μυστικό
Μπορεί να είναι γενικά γνωστό ότι τα οστακοειδή είναι αφροδισιακά χάρη στον ψευδάργυρο που περιέχουν, ωστόσο άλλο είναι το «καυτό» μυστικό που κρύβεται πίσω από τη σχέση μεταξύ  θαλασσινών και σεξουαλικής λίμπιντο.

Οι ερευνητές παρατήρησαν ότι η σχέση μεταξύ της πρόσληψης ψαριών και της εγκυμοσύνης δεν εξηγείται μόνο από την αυξημένη συχνότητα του σεξ. Αυτό υποδηλώνει ότι τα ψάρια μπορούν να επηρεάσουν την ποιότητα του σπέρματος, την ωορρηξία ή την ποιότητα του εμβρύου.

«Τα αποτελέσματα υπογραμμίζουν τη σημασία της διατροφής όχι μόνο της γυναίκας αλλά και του άνδρα μέχρι την εγκυμοσύνη και υποδεικνύουν ότι και οι δύο σύντροφοι πρέπει να εντάξουν περισσότερα ψάρια στη διατροφή τους για να έχουν τα μέγιστα δυνατά οφέλη ως προς την γονιμότητα», υποστηρίζουν οι ερευνητές.

Αν και τα ψάρια είναι πλούσια σε πρωτεΐνες και άλλα θρεπτικά συστατικά για τις έγκυες,πολλές τα αποφεύγουν για να μην εκτεθούν στον υδράργυρο καθώς μπορεί να επηρεάσει την ανάπτυξη παιδιών και εμβρύων. Τα ευρήματα της μελέτης δημοσιεύθηκαν στην ιατρική επιθεώρηση «Journal of Clinical Endocrinology & Metabolism».

Διαβάστε επίσης

This website uses cookies to improve your experience. We'll assume you're ok with this, but you can opt-out if you wish. Accept