Ποιες είναι οι ψυχικές ασθένειες;

123

 

Της Γεωργίας Κουμπούνη


Στην πραγματικότητα, η απόκλιση από τη φυσιολογική συμπεριφορά είναι ένα θέμα που χωράει πολλή συζήτηση. Υπάρχουν πολλές και διαφορετικές παράμετροι που καθορίζουν την παθολογική συμπεριφορά, όπως, για παράδειγμα, ο βαθμός σοβαρότητας της διαταραχής (ελαφρά ή σοβαρή ψυχική ασθένεια), ο τομέας της ψυχικής υγείας που επηρεάζει (γνωστικός, συναισθηματικός, συμπεριφορά κ.λπ.), η περίοδος που πρωτοεμφανίζεται (βρεφική, παιδική, ενήλικη ζωή, γήρας)

Σήμερα αναφέρονται περίπου 230 μορφές ψυχικών διαταραχών, όλων των κατηγοριών. Ωστόσο όλες αυτές χωρίζονται σε 4 μεγάλες κατηγορίες: τις νευρώσεις, τις ψυχώσεις, τις διαταραχές αγωγής και τις νοητικές ανεπάρκειες. Αν και δεν είναι όλες το ίδιο σοβαρές και επικίνδυνες, είναι επώδυνες, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό.

1) Νευρώσεις
Πρόκειται για ελαφριάς μορφής ψυχικές διαταραχές, με την έννοια ότι το άτομο δεν χάνει την επαφή του με την πραγματικότητα (όπως συμβαίνει με τα ψυχωσικά άτομα) και στις περισσότερες περιπτώσεις συνεχίζει να συμμετέχει και να δρα σε κοινωνικό και επαγγελματικό επίπεδο κανονικά η σχεδόν κανονικά. Ωστόσο, προκαλούν μια διαρκή έντονη εσωτερική ανησυχία, υπερβολικό άγχος και ένταση που παίρνει τη μορφή του εκνευρισμού, της ενοχής, του φόβου, της αγωνίας και του πανικού.

Οι νευρώσεις είναι η πιο κοινή μορφή παθολογικής συμπεριφοράς και υπολογίζεται ότι αφορούν και στο 30% του πληθυσμού. Συνήθως παρουσιάζονται συνήθως στην εφηβική ή την πρώιμη νεανική ηλικία (έως το 35ο έτος).
Οι πιο συνήθεις μορφές νευρώσεων είναι οι εξής:
Α. Αγχώδης Νεύρωση: Το άτομο πάσχει από έναν αόριστο, διάχυτο και απροσδιόριστο φόβο, που δεν σχετίζεται με μια συγκεκριμένη απειλή. Παρουσιάζει αδυναμία συγκέντρωσης, υπερκινητικότητα, μυϊκή υπερένταση, θυμική καταπόνηση, αϋπνία κ.ά.
Β. Φοβίες: Πρόκειται, πράγματι, για ένα τεράστιο φάσμα φοβικών αντιδράσεων, με τέτοια ποικιλία ώστε θα μπορούσαν να γραφτούν βιβλία ολόκληρα μόνο γι’ αυτές. Πιο χαρακτηριστικές είναι η αγοραφοβία (φόβος για το πλήθος και τους ανοιχτούς χώρους), η ακροφοβία ή υψοφοβία (τρόμος μπροστά σε έναν γκρεμό ή σε μια ταράτσα, σε ένα ψηλό σημείο κ.λπ.), η κλειστοφοβία (τρόμος για τους μικρούς χώρους), η πετοφοβία (αδυναμία του ατόμου να μπει σε αεροπλάνο ή άλλο εναέριο μέσο), η μυσοφοβία (παθολογικός φόβος για τις ακαθαρσίες και τα μικρόβια) κ.ά. Η φοβία θα μπορούσε να θεωρηθεί κάτι ανάμεσα στον φόβο και το άγχος. Ο φόβος είναι φυσιολογική φυσική αντίδραση αυτοπροστασίας μπροστά σε κάποιον κίνδυνο. Το άγχος είναι επίσης φυσιολογική αντίδραση εγρήγορσης όταν θέλουμε να επιτύχουμε έναν στόχο μας (π.χ., Πανελλήνιες Εξετάσεις). Όταν το άγχος γίνεται υπερβολικό και γενικευμένο και όταν μετατρέπεται σε φοβική αντίδραση προς μη συγκεκριμένο, τότε είναι φοβία και δεν σχετίζεται με πραγματικές απειλές.
Γ. Νευρωσική Κατάθλιψη: Το άτομο χαρακτηρίζεται από μια υπερβολική ευαισθησία μπροστά σε δυσάρεστα γεγονότα ή καταστάσεις, που συχνά μετατρέπεται σε μόνιμη θλίψη ή παρατεταμένη απελπισία. Κάθε φυσιολογικό άτομο νιώθει θλίψη μπροστά σε μια αποτυχία, μια δυσκολία ή μια απώλεια. Το νευρωσικό άτομο, όμως, παρουσιάζει έντονη θλίψη ή αισθήματα πένθους απώλειας ακόμα και για μη σημαντικά γεγονότα, η οποία αργεί να περάσει.

Δ. Υποχονδρίαση: Υπάρχει μια εμμονική, διαρκής ενασχόληση με την σωματική υγεία και την καθαριότητα. Το άτομο νιώθει μεγάλη ανησυχία στην παρουσία ακόμα και του πιο ασήμαντου σωματικού συμπτώματος. Το καταλαμβάνει έντονος φόβος ότι είναι άρρωστο, ενώ προσπαθεί μονίμως και εναγωνίως «να προλάβει τα χειρότερα».
Ε. Ψυχοσωματικές Διαταραχές: Πρόκειται για οργανικά συμπτώματα –όπως ημικρανίες, στομαχόπονος, ζαλάδες, ίλιγγοι κ.ά.– που οφείλονται στην πραγματικότητα σε ψυχολογικό πρόβλημα και όχι σε παθολογικό. Το άτομο σωματοποιεί τα ψυχικά του προβλήματα, με αποτέλεσμα να αισθάνεται πόνο, κόπωση, φαγούρα, αδυναμία κ.ο.κ.
ΣΤ. Υστερική Νεύρωση: Υπάρχουν μεγάλες διακυμάνσεις και επίπεδα σοβαρότητας αυτής της νόσου. Σε βαριές περιπτώσεις, μπορεί να οδηγήσει ακόμη και στην απώλεια μιας αίσθησης (κώφωση, τύφλωση κ.λπ.) ή λειτουργίας (παράλυση, αδυναμία βάδισης κ.ά.) χωρίς να υπάρχει αντίστοιχη οργανική βλάβη.
Ζ. Ιδεοψυχαναγκαστική Νεύρωση: Αυτή είναι η ασθένεια που θα μας απασχολήσει σε αυτό το βιβλίο-ένθετο. Μια και θα αναφερθούμε επισταμένως σε αυτήν, ας αναφέρουμε απλώς ότι χαρακτηρίζεται από μια επαναληπτικότητα, με τελετουργικό τρόπο μάλιστα, συγκεκριμένων πράξεων – εμμονών και στερεοτυπικών ενεργειών. Ένα άτομο με ιδεοψυχαναγκαστική νεύρωση μπορεί να σκέφτεται και να κοιτάει επανειλημμένα αν κλείδωσε την εξώπορτα κάθε φορά που φεύγει από το σπίτι (άγχος της αμφιβολίας) ή να έχει μια έμμονη ιδέα, όπως ότι θα πεθάνει σε κάποια συγκεκριμένη ηλικία, πως θα κάνει κακό στον εαυτό του ή σε κάποιον άλλον, να τακτοποιεί τα πράγματά του σε μια συγκεκριμένη, να επαναλαμβάνει συνεχώς αριθμούς (αριθμομανία), λέξεις ή φράσεις (λεξιμαγεία), να περνά συνεχώς από έναν συγκεκριμένο δρόμο, να αδυνατεί να πετάξει πράγματα ακόμη κι αν του είναι εντελώς άχρηστα και πολλά ακόμα.
Κάθε νευρωσικό άτομο υποφέρει από συναισθήματα ανεπάρκειας και κατωτερότητας, διακατέχεται από μια μόνιμη αγωνία «αν έπραξε καλώς» στο καθετί που κάνει, παρουσιάζει δυσκαμψία στην ηθική του και αδυνατεί να πάρει αποφάσεις που το ενδιαφέρουν άμεσα. Τέλος, δυσκολεύεται σε μεγάλο βαθμό να διατηρήσει τις διαπροσωπικές του σχέσεις σε σταθερό και επιθυμητό επίπεδο. Όλα αυτά είναι χαρακτηριστικά και του ιδεοψυχαναγκαστικού ασθενούς.

Κάθε φορά που εισβάλλουν στο μυαλό του ανεπιθύμητες σκέψεις-εμμονές, συνήθως παθαίνει και κρίσεις πανικού ή νευροφυτικές διαταραχές, όπως ταχυπαλμία, εφίδρωση, ωχρότητα, συχνοουρία ή διάρροια, επιγαστρικό πόνο, αϋπνία, μούδιασμα στα άκρα, αυξημένη αρτηριακή πίεση κ.ά. Για την αποφυγή αυτών των συμπτωμάτων, το νευρωσικό άτομο (και το ιδεοψυχαναγκαστικό) αποφεύγει συγκεκριμένες δραστηριότητες ή ομάδες δραστηριοτήτων: π.χ., αποφεύγει τη συζήτηση ορισμένων θεμάτων ή συγκεκριμένους χώρους και περιβάλλοντα. Αν και αναγνωρίζει το ίδιο το άτομο ότι πρόκειται για παράλογες εκδηλώσεις ή συλλογισμούς, η επιστράτευση της λογικής δεν έχει αποτέλεσμα. Τα μόνα που ανακουφίζουν το άτομο είναι η απομάκρυνση από τις γενεσιουργές συνθήκες ή διάφορες «τελετουργίες» που εφευρίσκει προκειμένου να «ξεχαστεί» ή να ξορκίσει το κακό. Ωστόσο αυτές οι πρακτικές τελικά προκαλούν επιπλέον άγχος στο άτομο, με συνέπεια να βρίσκεται διαρκώς σε έναν φαύλο κύκλο που ολοένα και μεγαλώνει.


2. Ψυχώσεις
Οι ψυχώσεις είναι οι πιο βαριές μορφές ψυχικής διαταραχής και ουσιαστικά ταυτίζονται με αυτό που λέμε «τρέλα», αφού πρόκειται για ακραίες και δραματικές ψυχοπαθολογικές αποκλίσεις. Αν κι έχουν διάφορες μορφές, κοινό χαρακτηριστικό τους είναι η αποκοπή, η απώλεια επαφής του ατόμου με την πραγματικότητα και η μη επίγνωσή του πως αυτά που σκέφτεται ή πράττει είναι εντελώς παράλογα. Υποφέρει από ένα κάποιο είδος νοητικής σύγχυσης, ακραίες, ανορθόδοξες συναισθηματικές εκφράσεις, ενώ υπακούει σε μια εντελώς εσωτερική, εξωπραγματική και αποκομμένη από κάθε λογική «φωνή». Τα ψυχωσικά άτομα δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις κοινωνικές, τις επαγγελματικές και συχνά στις αισθηματικές σχέσεις. Πολλές φορές είναι επικίνδυνα για τον εαυτό τους ή για τους άλλους και απαιτείται ο εγκλεισμός τους και η περίθαλψή τους σε ψυχιατρικό ίδρυμα. Οι συνηθέστερες μορφές ψυχώσεων είναι οι:
Α. Σχιζοφρένεια: Έτσι ορίζονται διάφορες διαταραχές στην σκέψη, στο συναίσθημα και στην πραξιακή – κινητική συμπεριφορά, που εκδηλώνονται με μια μεγάλη γκάμα παθολογικών εκδηλώσεων, με κυριότερες τις παραισθήσεις. Οι διαταραχές στη σκέψη οφείλονται σε έναν λανθασμένο σχηματισμό των εννοιών και των κρίσεων, που οδηγούν σε παρερμηνείες της πραγματικότητας, πολλές φορές ακραίες, που φτάνουν έως τις παραισθήσεις. Ο ψυχωσικός μπορεί να ακούει φωνές, να βλέπει οράματα, να οδηγείται σε παραλήρημα. Έχει ακραίες, αμφιθυμικές καταστάσεις, δεν έχει επαφή με το συναίσθημά του (π.χ., ούτε κλαίε, ούτε γελάει ή δεν νιώθει καμιά συγκίνηση ή θλίψη μπροστά σε κάτι δυσάρεστο ή μπορεί να διασκεδάζει όταν συμβεί κάτι κακό!). Έχει κινητικές διαταραχές, όπως αδράνεια, εσωστρέφεια, άβολες στάσεις κ.λπ. Η σχιζοφρένεια είναι η πιο συχνή μορφή ψύχωσης. Το 25% των εισαγομένων σε ψυχιατρικές κλινικές πάσχει από αυτήν. Επίσης η συχνότητά της είναι μεγαλύτερη στους άνδρες και μάλιστα κάτω των 35 ετών.
Β. Παράνοια: Ο ασθενής παρουσιάζει κυρίως επίμονες και παραληρηματικές ιδέες, οι οποίες, ωστόσο, κινούνται πάνω σε ένα κεντρικό θέμα. Συνήθως έχει ιδέες μεγαλείου και γι’ αυτό πιστεύει πως έχει πέσει θύμα καταδίωξης, ζηλοτυπίας, φθόνου κ.λπ. Οι παραληρηματικές ιδέες μεγαλομανίας σχετίζονται σχεδόν πάντα με ένα είδος μεσσιανικού συνδρόμου ή με την πεποίθηση του ασθενούς πως έχει μια ιδιαίτερη αποστολή, έναν σκοπό που υπαγορεύεται άνωθεν ή και υπερφυσικές ικανότητες. Μπορεί, λόγου χάριν, να πιστεύει ότι θα σώσει τον κόσμο ή πως θα επιτελέσει σπουδαίο έργο (ας πούμε ότι θα γλιτώσει την ανθρωπότητα από έναν πυρηνικό πόλεμο, από την εισβολή εξωγήινων ή από μια οποιαδήποτε άλλη «συνωμοσία»). Το περίεργο είναι ότι ο παρανοϊκός έχει φτιάξει μέσα στο μυαλό του ένα πλήρες σύστημα, καλά μελετημένο, χωρίς κενά και ασυνέπειες, με αρκετά λογικά στοιχεία, βασισμένα, ίσως, και σε πραγματικά γεγονότα, τα οποία «προσλαμβάνει» επιλεκτικά, όταν «τεκμηριώνουν» και αποδεικνύουν τις παραληρηματικές του ιδέες. Ωστόσο, ο πάσχων δεν παρουσιάζει δραματικές αλλαγές στην προσωπικότητά του, με αποτέλεσμα πολλά άτομα γύρω του να αργούν να καταλάβουν –ή να μην καταλάβουν και ποτέ– πως πρόκειται για διαταραγμένη προσωπικότητα.
Γ. Διπολική Διαταραχή (ή Μανία – Μελαγχολία): Η ιδιαιτερότητα αυτής της ψύχωσης έγκειται στις μείζονες διαταραχές του συναισθήματος και στις περιοδικές εμφανίσεις έντονων και ακραίων συναισθηματικών καταστάσεων: Ο ασθενής περνά από μια καταθλιπτική φάση (μελαγχολίας) σε δραματικά έντονες συναισθηματικές εξάρσεις (μανία). Οι δύο αυτές φάσεις μπορεί να διαδέχονται η μία την άλλη, με μια ενδιάμεση περίοδο «ηρεμίας», οπότε έχουμε την μανιοκαταθλιπτική (διπολική – κυκλική) ψύχωση. Μπορεί, όμως, να επαναλαμβάνεται περιοδικά μόνο η μία φάση, οπότε έχουμε μονοφασική-μονοπολική ψύχωση (δηλαδή, μόνο κατάθλιψη ή μόνο μανία). Αναλόγως το στάδιο που περνά, το άτομο έχει και εντελώς αντίθετα, ακραία συμπτώματα. Στη φάση της μανίας παρουσιάζει ζωηρή έκφραση, έντονες χειρονομίες, θυμική έξαρση (εύθυμος, ευέξαπτος, φλύαρος κ.λπ.), υπερεκτίμηση του Εγώ (πιστεύει ότι είναι ο πιο έξυπνος, πλούσιος, άξιος κ.ο.κ.), ιδεόρροια – λογόρροια (έχει πληθώρα ιδεών τις οποίες για να εκφράσει μιλάει έντονα και αδιάλειπτα, πηδώντας συχνά από το ένα θέμα στο άλλο, χωρίς λογική συνοχή), υπερκινητικότητα (κοιμάται λίγο, κουράζεται δύσκολα) κ.ά. Στη φάση της μελαγχολίας παρουσιάζει αθυμία και κατήφεια, παραμελημένη εμφάνιση, αναποφασιστικότητα, ευσυγκινησία, φτώχεια και λίμναση ιδεών, σεξουαλική ανικανότητα, ανορεξία ή βουλιμία και μείωση κινητικότητας, που μπορεί να φθάσει έως την εμβροντησία (υποκινησία μέγιστου βαθμού, πλήρης ακινησία, βωβότητα (αλαλία), αδιαφορία ή άρνηση λήψης τροφής και υγρών, χωρίς αντίδραση ακόμη και σε επώδυνα ερεθίσματα). Το πιο επικίνδυνο, ωστόσο, σύμπτωμά του είναι οι τάσεις αυτοκαταστροφής (το 75% των διπολικών έχει τάσεις αυτοκτονίας, με το 15% περίπου να προβαίνει σε –αποτυχημένες ή επιτυχημένες– απόπειρες) ή και συλλογικής αυτοκαταστροφής (παρακίνηση συγγενικών προσώπων σε ομαδική αυτοκτονία: ο ασθενής πείθει τα παιδιά του να αυτοκτονήσουν μαζί του ή τα σκοτώνει για να τα «γλιτώσει από τα δεινά»).

3. Διαταραχές Συμπεριφοράς (ή Διαγωγής)

Ως διαταραχές διαγωγής ορίζονται εκείνες οι καταστάσεις που έχουν ως χαρακτηριστικό γνώρισμα την εκδήλωση εσωτερικών ενορμήσεων και επιθυμιών με πράξεις οι οποίες συστηματικά αντιτίθενται στην κοινωνική ηθική και στην έννομη τάξη. Η κύρια διαφορά τους με τις υπόλοιπες ψυχικές διαταραχές είναι ότι τα άτομα αυτά παρουσιάζουν παρορμητική – αντικοινωνική συμπεριφορά που ζημιώνει κυρίως τους άλλους. Οι κυριότερες μορφές διαταραχών διαγωγής είναι οι:
Α. Ψυχοπαθητική Προσωπικότητα: Η συμπεριφορά του ατόμου καθορίζεται εξ ολοκλήρου από τις προσωπικές του επιθυμίες, όσο ακραίες ή και διαστροφικές να είναι αυτές. Λειτουργεί παρορμητικά, με στόχο την άμεση ικανοποίηση των ορέξεων του, χωρίς κανέναν ηθικό φραγμό, καμιά μετάνοια ή υπακοή στους κοινωνικούς κανόνες. Γνωρίζει το «πρέπον», το «σωστό» και το «ηθικό», αλλά συστηματικά ενεργεί με παντελή έλλειψη συναισθημάτων και αναλγησία. Πολλές φορές νοιώθει ικανοποίηση παραβαίνοντας τους κανόνες, ενώ παρουσιάζει παντελή έλλειψη ενοχών ή μεταμέλεια για τις πράξεις του (π.χ., το ψυχοπαθητικό άτομο δολοφονεί και κατόπιν, αλλάζοντας ατάραχο τα ρούχα του, επισκέπτεται το καφενείο της γειτονιάς του σαν να μην έχει συμβεί τίποτα). Είναι αμετανόητο και ανάλγητο και συνήθως ενεργεί συνήθως μόνο του και πολλές φορές προβαίνοντας και σε εγκληματικές πράξεις, οι οποίες θυμίζουν θέματα που συγκλονίζουν την κοινή γνώμη στα δελτία ειδήσεων ή σενάρια κινηματογραφικών ταινιών τρόμου.

Β. Ψυχοσεξουαλικές Διαταραχές: Σε ό,τι αφορά το σεξ, βέβαια, και το τι είναι φυσιολογικό και τι όχι, οι απόψεις των ειδικών διίστανται. Κάποιοι το συνδέουν με τον οργασμό και άλλη στα συναισθήματα που βιώνει το άτομο κατά τη σεξουαλική πράξη (καταπίεση ή ενοχή, αναστολή ή υπερδιέγερση, εθισμός, εμμονή ή αποφυγή κ.λπ.). Κυριότερες μορφές ψυχοσεξουαλικών διαταραχών είναι: i) Σεξουαλική αναποτελεσματικότητα (πρόωρη εκσπερμάτωση, απώλεια στύσης, ανεσταλμένος οργασμός, σεξουαλική ψυχρότητα κ.λπ.) ii) Παραφιλίες: Όταν ο σεξουαλικός οργασμός επιτυγχάνεται αποκλειστικά και μόνιμα με ανορθόδοξα αντικείμενα και τρόπους (παρενδυσία, τραβεστισμός, παιδοφιλία, επιδειξιμανία, ηδονοβλεψία, μαζοχισμός – σαδισμός κ.ά.). iii) Διαταραχές φυλετικής ταυτότητας, όπως ο τρανσεξουαλισμός, η σύγχυση της φυλετικής ταυτότητας κατά την παιδική ηλικία κ.ά.
Γ. Εθισμός – Τοξικομανίες: Όποια μορφή κι αν έχει ο εθισμός (τζόγος, σεξ, ναρκωτικά, πορνό κ.ά.), το πρόβλημα είναι ότι ασκεί απόλυτη κυριαρχία του στη ζωή του ασθενούς, που αδυνατεί να ελέγξει τον εαυτό και τη ζωή του. Ο εθισμός οδηγεί σε προοδευτική απομόνωση και σχέση απόλυτης εξάρτησης προς το αντικείμενο του «πάθους» του εθισμένου. Το άτομο στρέφεται προς τον εαυτό του και το πρόβλημά του και δεν βιώνει τις σχέσεις του με φίλους, συγγενείς, ερωτικό σύντροφο κ.τ.λ. Κοινό στοιχείο όλων των εθιστικών καταστάσεων είναι ότι επιφέρουν βελτίωση της διάθεσης όσο διαρκεί η αλλαγή που προέρχεται από το τελετουργικό μέρος της εξάρτησης, αλλά πάντα επιστρέφουν το άτομο στην πρότερη ή σε ακόμα μεγαλύτερη θλίψη, οδηγώντας το σταδιακά στην απελπισία.

 

4. Νοητικές Ανεπάρκειες
Όπως γίνεται κατανοητό από τον ίδιο τον όρο, οι «νοητικές ανεπάρκειες» αφορούν στην ελλιπή ανάπτυξη των γνωστικών ικανοτήτων και τη μειωμένη ικανότητα προσαρμογής σε φυσιολογικές ηλικιακές αναπτυξιακές απαιτήσεις. Το άτομο με νοητική υστέρηση παρουσιάζει στις συνήθεις κλίμακες νοημοσύνης (Binet, Weschler) πηλίκο μικρότερο του 70, που δηλώνει περισσότερες από δύο τυπικές αποκλείσεις (30 μόρια κάτω του μέσου όρου, του 100).
Τα νοητικώς καθυστερημένα άτομα δεν παρουσιάζουν ομοιογένεια μεταξύ τους. Παρουσιάζουν διαφορές ως προς τον βαθμό της ανεπάρκειας και τα αίτιά της, τη δυνατότητα αγωγής που επιδέχονται, το είδος των διαταραχών που συνοδεύουν τα κύρια συμπτώματα, την πρόγνωση για το στάδιο αναπτυξιακής κατάληξης και τις προοπτικές κοινωνικής ένταξης.
Για εκπαιδευτικούς κυρίως λόγους, τα νοητικώς καθυστερημένα άτομα διαχωρίζονται σε τρεις βαθμίδες. Αυτές είναι:
A. Εκπαιδεύσιμοι: Είναι η ελαφρότερη μορφή νοητικής υστέρησης, με ρυθμό νοητικής ανάπτυξης μεταξύ του μισού και των 3/4 του μέσου, κανονικού δηλαδή, με νοητικό πηλίκο μεταξύ του 50 και του 70. Στη σχολική ηλικία δείχνουν ικανότητα για αφομοίωση γνώσεων και δεξιοτήτων, σε βαθμό ώστε να μη θεωρούνται αναλφάβητοι. Η δυσκολία τους παρουσιάζεται σε αφομοίωση ύλης πέραν της Δ’ Δημοτικού. Στον κοινωνικό τομέα μπορούν να ενταχθούν στο κοινωνικό σύνολο, ως ανειδίκευτοι ή ημιειδικευμένοι εργάτες και να ζήσουν ανεξάρτητοι και αυτάρκεις, μερικώς ή ολικώς.

B. Ασκήσιμοι: Είναι η μεσαία μορφή νοητικής υστέρησης με ρυθμό νοητικής ανάπτυξης μεταξύ του 1/4 και του μισού του μέσου κανονικού, δηλαδή με νοητικό πηλίκο μεταξύ του 25 και 50. Στη σχολική ηλικία δεν έχουν την ικανότητα απόκτησης ολοκληρωμένων επιπέδων γνώσεων, παρά μόνο μεμονωμένων λέξεων, αριθμών κ.λπ. Μπορούν όμως να ασκηθούν και να αποκτήσουν βασικές δεξιότητες αυτοεξυπηρέτησης, όπως ντύσιμο, προσωπική υγιεινή, λήψη τροφής κ.λπ. Οι ασκήσιμοι για την επιβίωσή τους χρειάζονται συνεχή εποπτεία, φροντίδα και οικονομική υποστήριξη.
Γ. Ιδιώτες: Είναι η πιο βαριά μορφή νοητικής καθυστέρησης, με ουσιαστικά ανύπαρκτο ρυθμό νοητικής ανάπτυξης και νοητικό πηλίκο κάτω του 1/4 του μέσου κανονικού, δηλαδή έως 25 το ανώτερο. Οι ιδιώτες παρουσιάζουν παντελή έλλειψη ικανότητας τόσο για λήψη βασικών σχολικών γνώσεων όσο και για απόκτηση βασικών δεξιοτήτων αυτοεξυπηρέτησης. Για την επιβίωσή τους χρειάζονται συνεχή φροντίδα και εποπτεία και μάλιστα ιατρική, γι’ αυτό και συνήθως περιθάλπονται διά βίου σε ιδρύματα-άσυλα.
Ορισμένες μορφές νοητικής καθυστέρησης έχουν και ιδιαίτερα φυσιογνωμικά – κλινικά χαρακτηριστικά τα οποία είναι εμφανή ακόμα και σε μικρή ηλικία. Τα συνηθέστερα κλινικά σύνδρομα νοητικής καθυστέρησης είναι η μογγολοειδής ιδιωτία (Σύνδρομο Down), η υδροκεφαλία και η μικροκεφαλία.
Στατιστικές έρευνες αναγάγουν το ποσοστό των νοητικώς καθυστερημένων ατόμων στο 1% έως 3% του γενικού πληθυσμού. Σύμφωνα με αυτά τα στατιστικά στοιχεία, σήμερα στην Ελλάδα πρέπει να υπάρχουν τουλάχιστον 100.000 νοητικώς καθυστερημένα άτομα.

 

Πηγές

Λάμπρος Σταύρου, «Εισαγωγή στην Ψυχοπαθολογία νηπίου, παιδιού, εφήβου», Εκδόσεις Γρηγόρη

Franck Lamagnère, «Φοβίες, μανίες και έμμονες ιδέες», Εκδότης: Εκδόσεις Πατάκη

Συλλογικό έργο: «Εισαγωγή στην Κλινική Ψυχολογία», Εκδόσεις Πεδίο

Βικιπαίδεια, η ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια στο Διαδίκτυο

psychotherapeytis.blogspot.gr, ΜΕΡΣΙΝΙΑΣ ΘΩΜΑΣ- B.Sc, M.Sc Κλινικής Ψυχολογίας,

http://www.nophobia.gr, Παναγιώτης Οικονόμου, Τμήμα Ψυχολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών της Αθήνας

http://www.psychomed.gr, Εμμανουήλ Πολυζόπουλος, Ψυχίατρος – Ψυχοθεραπευτής

http://www.iatronet.gr, Λιαμάκη Γκόλφω, Ψυχολόγος

http://www.psychologia.gr

Διαβάστε επίσης

This website uses cookies to improve your experience. We'll assume you're ok with this, but you can opt-out if you wish. Accept